Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Για τον ατομικισμό και την εξέγερση ~ Renzo Novatore






 Υπάρχουν αυτοί που διαβεβαιώνουν πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κοινωνικό ον. Άλλοι διαβεβαιώνουν πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αντικοινωνικός.

  Λοιπόν, ομολογώ πως δεν κατάφερα ποτέ ν’ αντιληφθώ τι εννοούν μ’ εκείνο το << εκ φύσεως >> , όμως έχω καταλάβει πως και οι μεν και οι δε κάνουν λάθος, εφόσον ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και αντικοινωνικό ον συγχρόνως.

  Η ανάγκη, η έλλειψη, η στοργή, η αγάπη και η συμπάθεια είναι τα στοιχεία που ωθούν τον άνθρωπο στην κοινωνικότητα και στην ένωση.

  Η επιθυμία για ανεξαρτησία κι ο πόθος για λευτεριά τον ωθούν στη μοναξιά και στον ατομικισμό. Μα, ενώ ο ατομικισμός λειτουργεί και πραγματώνεται ενάντια στην κοινωνία, η κοινωνία αμύνεται στις επιθέσεις του.

 Έτσι, ο πόλεμος ανάμεσα σε ‘’κοινωνισμό’’ και ‘’ατομικισμό’’ είναι ένας πόλεμος ζωτικότητας κι ενέργειας. Μα, ενώ το άτομο είναι απαραίτητο για την κοινωνία, είναι κι αυτή με τη σειρά της απαραίτητη για το άτομο.

  Δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα ύπαρξης για τον ατομικισμό, αν δεν υπήρχε μία κοινωνία ενάντια στην οποία να μπορεί να επιβεβαιώνεται και να ζει. Να εξαπλώνεται και ν’ αγάλλεται!



* * *




Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Federico García Lorca ~ Η Προαίσθηση


Η προαίσθηση
Είναι το βυθόμετρο της ψυχής
Μες στο μυστήριο,
Το ένστικτο της καρδιάς
Που ερευνά τα σκοτάδια
Του χρόνου.

Το χτες είναι ότι έχει μαραθεί,
Η νοσταλγία
Και το κοιμητήρι
Της ανάμνησης.

Το προχτές
Είναι ότι έχει πεθάνει
Η κατοικία της ιδέας που αγωνιά,
Των αχαλίνωτων Πήγασων,
Ζούγκλα της ανάμνησης
Και ερημότοποι
Χαμένοι μες στην ομίχλη
Του ονείρου.

Τίποτα δεν ταράζει τους περασμένους
Αιώνες.
Δεν μπορούμε
Ν' αποσπάσουμε ένα στεναγμό
Απ' τα συντελεσμένα.
Το παρελθόν φοράει
Το σιδερένιο θώρακά του
Και βουλώνει τ' αυτιά του
Με το μπαμπάκι του ανέμου.
Ποτέ δε θα μπορέσουν να του αποσπάσουν
Ένα μυστικό.

Οι μυώνες του των αιώνων
Κι ο εγκέφαλός του
Με τις θνησιγενείς
Σκέψεις,
Ποτέ δεν θα προσφέρουν το ποτό
Που λαχταρά η διψασμένη καρδιά.

Ωστόσο, το μελλοντικό παιδί
Θα μας αποκαλύψει ένα μυστικό
Όταν θα παίζει στο αστρικό του
Κρεβατάκι.
Κι είν' εύκολο να το ξεγελάσεις
Κι έτσι,
Ας του δώσουμε με τρυφερότητα
Το στήθος μας,
Γιατί ο σιωπηλός ασπάλακας
Της προαίσθησης
Θα μας επιστρέψει τα κουδουνάκια του
Όταν θ' αποκοιμηθεί.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Γιώργος Σαραντάρης ~ Γράμματα Σε Μια Γυναίκα


Η γυναίκα:
- Γιατί με ρωτάς για την ψυχή μου; Όταν ακούω τη λέξη ψυχή νιώθω μια άγνοια ασυγχώρητη...


Είπες, και δεν μιλούσες παρά στον εαυτό σου, όταν είμαστε δυο που αντικρίζουμε τον θάνατο, κλέβουμε ο ένας απ' τον άλλον κάποια ελπίδα, κάποια ισχνή βεβαιότητα στην υπόσταση μιας ακέραιας ουσίας που δεν καταστρέφεται ποτέ. Αντλούμε θάρρος μακριά απ' την εικόνα μας, προσποιούμενοι πως θεσπίζουμε μια θεσπέσια ανυποψίαστη στους πολλούς αφάνταστα πλατιά ύπαρξη· όπου χωράμε εγώ και εσύ, και ίσως ακόμα όσοι τρέφουν συμπάθεια προς εμάς. Μας φαίνεται πως εκείνο το ίδιο δέος, που άξαφνα αποκαλύπτεται όταν ατενίζουμε την μοναξιά μας, τώρα μας αγναντεύει και μας πολιορκεί αλλάζοντας όψη, παίρνοντας ένα πιο ήπιο πρόσωπο, και γίνεται σεβασμός σε μια οντότητα πληρέστερη, άρα πιο ήσυχη, διάφορη απ' τον εαυτό μας. [...]

Από τους δυό μας λείπει η ενιαία πνοή, ο ίδιος συλλογισμός γύρω απ' τα εγκόσμια. Μας ένωσε μια αμφίβολη ομοιότητα στις ψυχές. Η στέρηση από γόνιμο έδαφος, που νιώθαμε κάτω απ' τα πόδια, καταστάλαξε στα βλέμματά μας που τη σύμπτωση πόνου έκριναν αμοιβαία συμπάθεια. Αλλά τα πράγματα έχουν σαφώς τεθεί από τον Πλάστη, μπορεί για τα καθέκαστα να επαρκεί ο κοινός μόχθος, μόνοι όμως αντιμετωπίζουμε το παν, δηλαδή το δίχως πρόσωπο σύμπαν. [...]

Είσαι ελεύθερη. Δεν σ' έχω στην κατοχή μου. Όταν μου ομολόγησες πως πιότερο απ' όλα λατρεύεις την ελευθερία σου, ένιωσα πως άθελά μου είχα γυρέψει να σου την αφαιρέσω, αλλά ύπουλα, που σ' έβλεπα να μην προσέχεις, βυθισμένη σε μια υπέρμετρη χαρά ή σε μια απέραντη θέα, να βγαίνεις από το ίδιο σου πνεύμα ν' αφοσιώνεσαι σε μια ζωή σταματημένη. Έδιωχνες από το το είναι σου την αληθινή ευφυΐα του, παρατούσες εκείνη τη δύναμη που διαρκώς σε ανανεώνει και σε δείχνει έτοιμη και παρούσα. Σε ώθησα προς την περιπέτεια προς το όραμα, και ίσως μέσα μου έτρεμε μια ελπίδα, να παραμείνεις εκεί, να μη σου είναι βολετό να επιστρέψεις, μάταια να συσπείρεσαι όταν σε κεντρίζει η νοσταλγία. Και η ανάμνηση ακόμα να σου 'φευγε. 

Αλλά εσύ δεν δίνεσαι. Βασανίζεσαι να δοθείς, αλλά δεν σ' αφήνει κάποιος άνεμος, κάποια φούρια που σηκώνεται από τα σπλάχνα σου, όταν πάει να μεστώσει ένας δικός σου πόθος για ηδονή για μέθη που λιγώνει το σώμα και το πνεύμα. Δεν χαίρεσαι μια τελειωμένη ανθρώπινη χαρά, δεν πάσχεις ένα τίμιο συμμετρικό πάθος. Δεν παίρνεις από τα χάδια που έχουν οι μέρες οι κλειστές, οι μέρες που μοιάζουν δωμάτια για γάμο και γιορτή. Ακολουθείς μια γραμμή που συστρέφεται γύρω απ' τον εαυτό σου και λάμπεις, σπέρνεις φως, αλλά η φωνή σου είναι χλωμή. Θέλεις τη βοήθεια του πλησίον, γιατί δεν ξέρεις από έργα δεν γνωρίζεις από θεωρία που να υπερβαίνει τον χρόνο και τους ανθρώπους.[...]

Στην επιθυμία να σφίξουμε τις σχέσεις μας όσο εκεί που δεν παίρνει, στον πόθο ν' απολαύσουμε την ηδονή που τα σώματά μας φανερά υποσχόντουσαν το ένα στο άλλο, τέλος το λεπτό αίσθημα της διαφοράς ανάμεσά μας, διαφορά δυο υποστάσεων, που μας άγγιζε ύστερα απ' τις ειλικρινέστερες εκμυστηρεύσεις απ' την πιο εξαντλητική απογύμνωση, απ' την ασυνείδητη και αφελέστατη τάση να ταιριάξουν οι αναπνοές μας, σαν γοητεία που τη σκόρπισε ο αγέρας, σ' όλες λοιπόν αυτές τις σκιές αισθημάτων έτρεχε ένα ρίγος, στον ουρανό τους σαν σύννεφο ταξίδευε η ακαθόριστη μυρωδιά της σάρκας, που δεν είναι πια σάρκα γιατί έγινε λαχτάρα και ψυχική δόνηση.
Ο λυρισμός δεν είναι άλλο πατά η πλέρια αισιοδοξία μας.

Από τη φύση σου φεύγεις, τώρα που νιώθεις πως υπάρχεις. Τώρα καταλαβαίνεις το φοβερό εμπόδιο του χρόνου, την αναπότρεπτη μικροπρέπεια του θανάτου και ποθείς την προσήλωση σε τούτη την αλήθεια, σ' αυτό τον εαυτό σου που βγήκε ξαφνικά από το χάος, και γέμισε με την πεποίθησή του σαν ογκώδες φως το κενό, προίκισε μ' ένα μοναδικό παλμό μια καρδιά που πήγαινε να ξεψυχήσει.

Σαν μια σιγή υπήρξες στο παρελθόν, τώρα μετουσιώθηκες, και παρδαλή εικόνα του βίου σου βλέπεις τις χθεσινές αγάπες. Γιατί ο εαυτός σου δεν πλαγιάζει εκεί, τρέχει μπροστά και αυθόρμητα σηκώνεται να τον προφτάσεις, για να είσαι εσύ, να είσαι συ πριν σκορπιστεί η πίστη, κάθε πίστη, από το σύμπαν.

Τώρα δεν έχεις πια καμώματα, δεν κρύβεσαι, δεν οπισθοχωρείς. Γιατί στον ανοιχτό αγώνα η τύχη σου, ο αγώνας η τύχη σου ευγενική συμπεριφορά θ' αναδείξουν. Κι η μοναξιά σου, αν χαθεί η ειδή σου, σαν άγαλμα θα παραμείνει.

- Σήμερα δεν αγαπάω πια - το είπες με παράξενη σκληρότητα, προσπαθώντας να μη με κοιτάξεις, τόσο φοβόσουνα να διαβάσεις στα μάτια μου μια έκπληξη που θα ήταν και η δική σου. Αλλά, αν δεν είδα το βλέμμα σου, μολαταύτα σε πίστεψα, είχε τέτοιο χρώμα η μιλιά σου, τέτοιο βάρος η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια, ώστε εγώ δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Έστρεψα όλη μου την προσοχή στη μορφή σου θέλοντας ν' αγκαλιάσω την υπόστασή σου, να δω αν ολάκερη έφεγγε στο σημείο που έδειχνα τα λόγια. Τότε κατάλαβα την ειλικρίνειά σου και τον τρόπο της. Ένιωσα την πραγματικότητα που έθιγε η διάθεσή σου.

- Σήμερα δεν αγαπάω πια - Ήθελες να πεις πως αγαπάς τον εαυτό σου, τον προορισμό σου. Αλλά έναν εαυτό σου που δεν είναι άλλο παρά ο εαυτός σου (κι όχι η αυταπάτη της ενότητας ενώ είμεθα δυο, που δημιουργεί ο έρωτας), έναν προορισμό γύρω από ένα πρόσωπο, το δικό σου. Και γιατί μ' εκτιμούσες, γιατί με τοποθετούσες πάνω απ' τον εαυτό σου τις στιγμές που έπαυες να σκέφτεσαι και επέστρεφες στο παλαιό σου ήθος, γι' αυτό επέμενες στη γνώμη σου χωρίς σχεδόν καμιά μελαγχολία γυναικεία.
- Εσύ δεν μ' αγαπάς - Σα να ζητούσες να φέρεις τα πράγματα στη θέση τους, να διευθύνεις και εμένα και εσένα εκεί όπου άλλωστε αύριο θα μας οδηγούσε μόνος του ο οίστρος μας, μακριά από αγάπη και έρωτα, στο έργο. [...]

Θα μάθουμε μαζί να σωπαίνουμε, ο ένας θα διδάξει στον άλλο τη διάκριση του ανθρώπου αγνάντια στη μυστική πνευματική τροφή του, εκείνο το δυσκατάληπτο σεβασμό προς τα μελλούμενα, που και οι δυο αγνοούμε. Ο καθένας από κάποιον καιρό στοχάζεται την περιωπή του άλλου, κι όταν ακόμα ο νους του πέφτει κάθετα στον εαυτό του, λογαριάζει τον άλλο, γιατί ο άλλος, ο αναντικατάστατος άλλος, πλημμυρίζει τη σκιά όπου το είναι μας περνάει θερμαίνει με την παρουσία του μια ατμόσφαιρα που, αλλιώς, δεν θα άχνιζε τέτοιαν ευθυμία τέτοια μετρημένη αναπαυμένη χαρά. Και εσύ οφείλεις να το ξέρεις, μόνοι μας σκάβουμε τη χαρά, αλλά απροκάλυπτη και ιλιγγιώδη σαν άβυσσο. [...]

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Γιώργος Μακρής ~ Απόσταση


Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας

Μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους

Κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο

Πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους

Από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια.

Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί

Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.

Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα

Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.


Είμαστε πάντα εκεί

Που κρέμεται το κινητό σκοτάδι

Εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται

Και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.


Είμαστε πάντα εκεί
Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

Ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.

Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

  Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.


Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή

Μάσκα της καλοσύνης.

Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή

Μάσκα της κακίας.

Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού

Που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι

Δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.

Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά

Ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε

Όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει

Τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.


Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο

Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός

ή και χαμογελάμε.

Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό

Και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα

Που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.

Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες

ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο

Πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

Fernando Pessoa ~ Μεθυσμένος Aπό Aισθήσεις


[The Persistence of Memory - Salvador Dali]

Όταν κοιμάμαι πολλά όνειρα, βγαίνω στο δρόμο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, αλλά ακολουθώντας ακόμη τα ίχνη και τη βεβαιότητά τους. Και μένω έκπληκτος από τον αυτοματισμό μου που κάνει τους άλλους να με αγνοούν. Γιατί διασχίζω την καθημερινή ζωή χωρίς ούτε μια στιγμή να αφήσω το χέρι της αστρικής μου παραμάνας, και τα βήματά μου ηχούν κουρδισμένα, εναρμονισμένα με τα σκοτεινά σχέδια της ενύπνιας φαντασίας μου. Ωστόσο, προχωρώ με βήμα σταθερό, δεν σκοντάφτω, απαντώ σωστά, υπάρχω.

Μα στην πρώτη ανάπαυλα, όταν δεν χρειάζεται πια να προσέχω το ρυθμό των βημάτων μου, για να αποφεύγω τα οχήματα ή για να μην πατήσω τους πεζούς, όταν δεν είναι ανάγκη να μιλήσω, κι έχω απαλλαγεί από την υποχρέωση να μπω σε κάποια κοντινή πόρτα, τότε ανοίγομαι και πάλι στα πελάγη του ονείρου, σαν ένα χάρτινο καραβάκι με τις μυτερές του άκρες, και επιστρέφω στην ετοιμοθάνατη παραίσθηση μου, που λίκνισε την αόριστη συνείδησή μου της χαραυγής, μέσα στο θόρυβο των κάρων που έρχονταν από τους λαχανόκηπους.

Κι είναι τότε, την ώρα που σφύζει η ζωή, που το όνειρο ξετυλίγει τον μεγαλόπρεπο κινηματογράφο του. Κατεβαίνω μια ανύπαρκτη οδό της Κάτω Πόλης, και η πραγματικότητα ζώων που δεν υπάρχουν, μου τυλίγει τρυφερά το μέτωπο μ' ένα άσπρο μαντίλι ψεύτικων αναμνήσεων. Είμαι θαλασσοπόρος στις άγνωστες θάλασσες του εαυτού μου. Έφυγα νικητής από παντού όπου δεν πήγα. Κι είναι μια νέα αύρα, αυτή η υπνηλία που μέσα της προχωρώ, γερμένος μπροστά σε μια πορεία προς το αδύνατο.

Ο καθένας έχει το δικό του αλκοόλ. Το γεγονός της ύπαρξής μου, μου προσφέρει αρκετές δόσεις αλκοόλ. Μεθυσμένος από αισθήσεις, περιπλανιέμαι βαδίζοντας ίσια μπροστά μου. Αν δεν είναι η ώρα, πηγαίνω μέχρι το ποτάμι, να δω το ποτάμι, σαν όλους τους άλλους. Είμαι ίδιος μ' αυτούς. Και πίσω από όλα αυτά, ο ουρανός μου, όπου το άστρο μου ακτινοβολεί κρυφά στο δικό μου άπειρο.

Απόσπαμα από Το Βιβλίο της Ανησυχίας

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Charles Baudelaire ~ Ο Καθένας Με Τη Χίμαιρά του

[Gustave Moreau - Chimère]

Κάτω από έναν απέραντο γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, δίχως ένα γαϊδουράγκαθο, δίχως μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί. Ο καθένας τους κουβαλούσε στην πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σακί αλεύρι ή κάρβουνο, ή σαν τον εξοπλισμό ενός Ρωμαίου στρατιώτη του πεζικού.

Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα άψυχο βάρος, αντίθετα, τύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του, γαντζωνόταν με τα δυο μεγάλα νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του και το μυθικό του κεφάλι δέσποζε πάνω στο μέτωπο του ανθρώπου σα μια απ' αυτές τις φριχτές περικεφαλαίες που φορούσαν οι παλιοί πολεμιστές ελπίζοντας να τρομάξουν περισσότερο τον εχθρό. Ρώτησα έναν απ' αυτούς τους ανθρώπους να μου πει που πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε πως δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι, αλλά πως ήταν ολοφάνερο ότι κάπου πήγαιναν, αφού τους έσπρωχνε μια ακατανίκητη ανάγκη να περπατήσουν.

Και κάτι άξιο περιέργειας: κανείς απ' αυτούς τους ταξιδιώτες δε φαινόταν εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του. Θα έλεγε κανείς ότι το λογάριαζε σα μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα κουρασμένα και σοβαρά πρόσωπα δεν έδειχναν καμιά απελπισία, κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βυθισμένα μέσα στη σκόνη μιας γης το ίδιο απελπισμένης μ΄αυτό τον ουρανό, βάδιζαν με το υποταγμένο πρόσωπο αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα.

Και η πομπή πέρασε πλάι μου και βυθίστηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του ορίζοντα, στο σημείο που η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη ξεφεύγει από την περιέργεια της ανθρώπινης ματιάς.

Και για λίγα λεπτά μ' έπιασε το πείσμα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο, αλλά γρήγορα η ακατανίκητη Αδιαφορία με κυρίεψε και βρέθηκα πιο βαριά εξουθενωμένος εγώ παρά αυτοί από τις συντριπτικές τους Χίμαιρες.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ποιός ξέρει ~ Μαρία Πολυδούρη



Καμμιὰν ἀπὸ τὶς πίκρες μου δὲ γνώρισες
τὶς πίκρες μου τὶς ἄσωστες τὶς μαῦρες.
Καὶ στῶν ματιῶν μου μέσ᾿ στὸ φεγγοβόλημα
τὰ δάκριά μου στεγνωμένα τὰ ᾿βρες.

Ἐσὺ μονάχα τὸ γλυκὸ χαμόγελο
καμάρωσες στὰ χείλη μου ἁπλωμένο
κ᾿ ἔχες μέσ᾿ στῶν ματιῶν μου τὸ ξαστέρωμα
τὸν πόθο σου τρελλὰ καθρεφτισμένο.

Μὲ γνώρισες νὰ γέρνω στὴν ἀγάπη σου
σὰν πεταλούδα στὸ ἄλικο λουλούδι
καὶ νὰ σκορπίζω ὅσο ἡ καρδιά μου ἐδύνοταν
μεθυστικὸ τὸ ἐρωτικὸ τραγούδι.

Γνώρισες τῆς χαρᾶς μου τὸ ἄγριο ξέσπασμα
στὸν ἀνοιξιάτικον ἀγρὸ ποὺ εὐώδα
λαχτάρας κύμα ἐγίνονταν ἡ ἀγκάλη μου
τὰ νειάτα σου νὰ σφίγγη καὶ τὰ ρόδα.

Ἐσὺ ποτὲ κρυφὰ δὲν ἀκολούθησες
τὸ βῆμα μου σὰν φεύγω ἀπὸ κοντά σου
κι᾿ ὅμως καὶ μὲ τὴ σκέψη σου μοῦ δόθηκες
καὶ μὲ τὴ φλόγα ἀκόμα τοῦ ἔρωτά σου.

Μὰ ποιὸς τὸ ξέρει ἄν, μία στιγμὴ βρισκόσουνα
κάπου ποὺ νὰ μὲ βλέπεις ὅταν γέρνω
καὶ σκύβω μαζωχτὴ κάτω ἀπὸ τἄγριο
χτύπημα, τὶς στριγγὲς φωνὲς ποὺ σέρνω
ἂν ἄκουες, καὶ στοῦ πόνου τὸ ξεχείλισμα
τὸ δόσιμο στὸ ξέψυχο μεθύσι,
τὰ δάκρια, ὤ, θὰ μ᾿ ἀρνιόσουν ὅλα ἂν τἄβλεπες.
Κι᾿ ὅμως μου λὲς πὼς μ᾿ ἔχεις ἀγαπήσει.


Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Oscar Wilde - De Profundis (Αποσπάσματα)

Τις ταραγμένες και σπαραχτικές νύχτες της αγωνίας, τις μακρόσυρτες, μονότονες μέρες του πόνου, τον εαυτό μου κατηγορώ.
*
Αποκατέστησα και πάλι το σκισμένο πλέγμα της φαντασίας μου, ξαναπήρα τη ζωή μου στα χέρια μου.
*
Εσύ δεν μπορούσες να ξέρεις, δεν μπορούσες να καταλάβεις, δεν μπορούσες να εκτιμήσεις.
*
Η βάση του χαρακτήρα είναι η δύναμη της θέλησης.
 *
Στη δική σου περίπτωση, έπρεπε κανείς να υποταχθεί σε εσένα ή να σε παρατήσει. Δεν υπήρχε τρίτη λύση.
*
Υποχωρούσα πάντα σε εσένα. Η φυσική συνέπεια ήταν οι αξιώσεις σου, οι προσπάθειές σου για κυριαρχία, οι υπερβολικές σου απαιτήσεις να γίνονται όλο και πιο παράλογες.
*
Σε άφησα ν' αποστραγγίσεις τη δύναμη του χαρακτήρα μου και για εμένα η απόκτηση μιας συνήθειας αποδείχτηκε πως είναι όχι μονάχα αποτυχία, μα καταστροφή.
*
Με την τρομερή αλχημεία του εγωισμού, μετέτρεψες τις τύψεις σου σε οργή.
 *
Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα στην ανάγκη να σώσω τον εαυτό μου.
 *
Αν καθώς θα διαβάζεις τα όσα σου γράφω θα πυρώνεται που και που το πρόσωπό σου από ντροπή, σα να στέκεσαι μπροστά στην μπούκα μιας υψικαμίνου, τόσο το καλύτερο για εσένα. Το έσχατο ελάττωμα είναι να είσαι ρηχός. Κάθε τι που συνειδητοποιείται είναι σωστό.
 *
Έδειχνες τη συμπόνοια και την αισθηματικότητα ενός θεατή, που παρακολουθεί ένα μάλλον συγκινητικό έργο. Το ότι ήσουνα ο πραγματικός συγγραφέας της φριχτής τραγωδίας, αυτό ποτέ δεν πέρασε απ' το νου σου. 
*
Δεν υπάρχει λόγος να λες σ' έναν άλλον κάτι, που δεν αισθάνεται και δεν μπορεί να το καταλάβει. 
*
Τα μεγάλα πράγματα της ζωής είναι αυτά που φαίνονται πως είναι και γι' αυτό το λόγο, όσο παράξενο κι αν ίσως σου φανεί, είναι συχνά πολύ δύσκολο να ερμηνευθούν. Όμως τα μικρά πράγματα της ζωής είναι σύμβολα.
*
Όπου υπάρχει θλίψη ο τόπος είναι ιερός, κάποια μέρα οι άνθρωποι θα καταλάβουν τι σημαίνει αυτό. Δε θα ξέρουν τίποτα απ' τη ζωή ώσπου να το μάθουν.
*
Δεν είναι πια για 'μας να ξαναδούμε τις ακτίνες της σελήνης.
 *
Μου ΄κανες το ψωμί πικρό και το νερό γλυφό. Τη θλίψη που έπρεπε να μοιραστείς μαζί μου, εσύ τη διπλασίασες, τον πόνο που θα 'πρεπε να πασχίζεις να ελαφρύνεις, εσύ τον ενέτεινες, ως την αγωνία.
*
Έχω μπροστά μου τόσα που πρέπει να κάνω, ώστε θα το θεωρούσα φοβερή τραγωδία αν πέθαινα προτού μου δοθεί η δυνατότητα να πραγματοποιήσω έστω και λίγα απ' αυτά.
 *
Η θλίψη, λοιπόν, κι όλα όσα διδάσκει η θλίψη, είναι ο καινούριος μου κόσμος.
 *
Μονάχα μια φύση που δε διαθέτει καθόλου φαντασία ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τους ανθρώπους που βρίσκονται πάνω στο βάθρο τους. Ένα βάθρο μπορεί να 'ναι κάτι το εντελώς ψεύτικο.
 *
Κάτω απ' τη θλίψη υπάρχει πάντοτε η θλίψη.
Πίσω απ' τη θλίψη υπάρχει πάντα μια ψυχή.
Και το να κοροϊδεύεις μια ψυχή που πονάει, είναι πράγμα φριχτό.
                                                                   *
Κανένας δεν μπορεί να μεταθέσει τις ευθύνες του σε κανέναν.
Οι ευθύνες ξαναγυρίζουν πάντα τελικά στον ιδιοκτήτη τους.
 *
Τα μυστικά είναι πάντοτε μικρότερα απ' τις εκδηλώσεις τους.
Με τη μετατόπιση όμως ενός ατόμου μπορεί να τρανταχτεί ένας ολόκληρος κόσμος.
*
Τα λόγια μου ίσως να σε πικραίνουν υπερβολικά καμιά φορά, δεν μπορείς ωστόσο να αρνηθείς τα γεγονότα.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Τα νεκρά φύλλα ~ Jacques Prévert



Ω! Θα ήθελα τόσο να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Την εποχή εκείνη η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει ...
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Και ο βόρειος άνεμος τις παρασύρει
Στην κρύα νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει.
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα
Και ζούσαμε οι δυο μαζί,
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα.
Αλλά ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούντιαι,
Πολύ γλυκά, χωρίς να κάνει θόρυβο
Και η θάλασσα αφήνει στην άμμο
Τα ίχνη των χωρισμένων εραστών.

Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Αλλά η αγάπη μου σιωπηλή και πιστή
Χαμογελά πάντα και ευχαριστεί τη ζωή.
Σ' αγαπούσα τόσο πολύ, ήσουν τόσο όμορφη.
Πώς θες να σε ξεχάσω;
Εκείνη την εποχή, η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη
Αλλά δεν έχω παρά θλίψη
Και το τραγούδι που τραγουδούσες,
Πάντα, πάντα θα το ακούω !




Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Jorge Luis Borges ~ Η κατοικία του Αστερίωνα

(Νίκος Εγγονόπουλος - Θησέας και Μινώταυρος, 1960)


Η δε [Πασιφάη] Αστέριον εγέννησε.
Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Γ', 1

Ξέρω πως με κατηγορούν ότι είμαι φαντασμένος κι ίσως, ακόμα πως είμαι μισάνθρωπος, ή και τρελός. Τέτοιες κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν θα' ρθει ο καιρός) είναι γελοίες. Είναι αλήθεια πως δεν βγαίνω από το σπίτι μου, κι είναι αλήθεια επίσης πως οι πόρτες του (που ο αριθμός τους είναι άπειρος*) είναι μέρα νύχτα ανοιχτές για τους ανθρώπους και τα ζώα. Μπορεί να μπει όποιος θέλει. Εδώ δεν βρίσκει βέβαια κανείς γυναικείες πομπές, ούτε τυπικότητες και πολυτέλειες όπως στα παλάτια, βρίσκει μονάχα ηρεμία και μοναξιά. Και βρίσκει ακόμα ένα σπίτι που όμοιό του πάνω στη γη δεν υπάρχει. (Όποιοι ισχυρίζονται ότι στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο, είναι ψεύτες). Ακόμα κι εκείνοι που με συκοφαντούν, το παραδέχονται πως ούτε ένα έπιπλο καν δεν βρίσκεται μέσα σ' αυτό το σπίτι. Άλλο γελοίο είναι που λένε πως εγώ, ο Αστερίωνας είμαι φυλακισμένος. Να ξαναπώ πως δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω πως δεν υπάρχει ούτε μία κλειδαριά; Άλλωστε, κάποιο βραδάκι, βγήκα στο δρόμο∙ κι αν γύρισα πριν νυχτώσει, το' κανα γιατί φοβήθηκα τα πρόσωπα του όχλου: πρόσωπα άχρωμα και επίπεδα, σαν ανοιχτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, όμως το τρομαγμένο κλάμα ενός παιδιού κι οι φοβισμένες ικεσίες του κοσμάκη, ήταν απόδειξη πως μ' είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έτρεχε, γονάτιζε∙ άλλοι σκαρφάλωσαν στους στυλοβάτες του ναού με τα Πελέκια∙ άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, μάλιστα, νομίζω ότι βούτηξε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που ήτανε βασίλισσα η μάνα μου: δεν μπορώ να συγχρωτίζομαι με το πλήθος, όσο και αν η ταπεινοφροσύνη μου το επιδιώκει.

Το γεγονός είναι πως είμαι μοναδικός. Δεν μ' ενδιαφέρει τί μπορεί να μεταδώσει ο ένας άνθρωπος στον άλλον∙ Σαν τον φιλόσοφο, σκέφτομαι πως τίποτα δεν μεταδίδεται με την τέχνη της γραφής. Οι ασήμαντες κι ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για σπουδαία και μεγάλα πράγματα. Ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τι διαφέρει το ένα γράμμα από το άλλο. Απ' τη μεγάλη μου ανυπομονησία δεν μπόρεσα να μάθω να διαβάζω. Μερικές φορές λυπάμαι γι' αυτό, επειδή οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.

Βέβαια δεν μου λείπει η ψυχαγωγία. Σαν το κριάρι που ορμά, τρέχω στις πέτρινες στοές μέχρι να πέσω, ζαλισμένος, στο πάτωμα. Παραφυλάω στη σκιά του πηγαδιού ή στη στροφή του διαδρόμου και κάνω πως με ψάχνουν. Ανεβαίνω σε κάτι ταράτσες απ' όπου πέφτω ώσπου να καταματωθώ. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να κάνω πως κοιμάμαι, με τα μάτια κλειστά και την ανάσα μου λαχανιαστή. (Μερικές φορές κοιμάμαι πραγματικά και, συχνά όταν ανοίγω τα μάτια μου, το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Αλλά απ' όλα τα παιχνίδια, προτιμώ να παίζω τον άλλο Αστερίωνα. Κάνω πως έρχεται να με επισκεφθεί και πως του δείχνω την κατοικία μου. Με υποκλίσεις και ευγένειες του λέω: "Τώρα ξαναγυρίζουμε στην προηγούμενη διασταύρωση" ή "Τώρα θα βγούμε σε μια άλλη αυλή" ή "Καλά έλεγα εγώ πως θα σου άρεσε ο αγωγός" ή "Τώρα θα δεις μια στέρνα που γέμισε άμμο" ή "Αμέσως μετά το υπόγειο διακλαδίζεται. Μερικές φορές κάνω λάθος και σκάμε στα γέλια κι οι δυο.

Αλλά δεν έχω φανταστεί μονάχα τούτα τα παιχνίδια∙ έχω σκεφτεί και το σπίτι μου. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, αλλά κάθε μέρος είναι διαφορετικό. Δεν υπάρχει ένα πηγάδι, μία αυλή, ένας στάβλος, μια γούρνα, αλλά δεκατέσσερις (άπειρες) γούρνες και στάβλοι και πηγάδια κι αυλές. Το σπίτι έχει το μέγεθος του κόσμου∙ ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Παρ' όλα αυτά, αφού εξάντλησα αυλές τα πηγάδια και σκονισμένες στοές από γκρίζα πέτρα και ξεθάρρεψα, βγήκα στο δρόμο κι είδα επιτέλους το ναό με τα Πελέκια και τη θάλασσα. Και δεν είχα καταλάβει, μέχρι που μου το φανέρωσε ένα όνειρο, τη νύχτα, πως είναι πάλι δεκατέσσερις (δηλ. άπειρες) οι θάλασσες και οι ναοί. Όλα υπάρχουν πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, εκτός από δυο πράγματα που φαίνεται πως υπάρχουν μονάχα μια φορά: εκεί πάνω, ο περίπλοκος ήλιος∙ εδώ κάτω, ο Αστερίωνας. Ίσως να 'μαι εγώ που έφτιαξα τ' αστέρια και τον ήλιο και το πελώριο σπίτι, μα δεν θυμάμαι πια.

Κάθε εννιά χρόνια μπαίνουν στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους γλιτώσω απ' το κακό. Ακούω τα βήματά τους και τις φωνές τους από το βάθος των πέτρινων στοών και τρέχω χαρούμενος να τους συναντήσω. Η τελετή κρατάει λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Πέφτουν ο ένας ύστερα απ' τον άλλο, δίχως καν να ματώσω τα χέρια μου. Μένουν εκεί όπου έπεσαν και τα σώματά τους με διευκολύνουν να ξεχωρίζω τη μια στοά απ' την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ξέρω μονάχα ότι ένας απ' αυτούς προφήτεψε πεθαίνοντας πως κάποια μέρα θα φανεί κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δεν με βαραίνει πια η μοναξιά, ξέροντας ότι ο λυτρωτής μου υπάρχει και ότι στο τέλος θα σταθεί πάνω στο χώμα. Αν το αυτί μου μπορούσε να πιάσει τον κάθε ψίθυρο του κόσμου, θα καταλάβαινα τα βήματά του. Ελπίζω να με πάει σ' έναν τόπο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς να 'ναι, τάχα, ο λυτρωτής μου; Αναρωτιέμαι. Άραγε θα 'ναι ταύρος ή άνθρωπος; Να είναι, τάχα, ταύρος με κεφάλι ανθρώπου; Ή θα είναι σαν κι εμένα;

Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε χυθεί ούτε σταγόνα αίμα.

"Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;" είπε ο Θησέας. "Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου."
 
Μυθοπλασίες, 1944

* Το πρωτότυπο γράφει δεκατέσσερις, όμως υπάρχουν σοβαροί λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, στο στόμα του Αστερίωνα, το αριθμητικό αυτό επίθετο έχει την έννοια του απείρου.
 
Από το βιβλίο Μπεθ, Ένα αρχείο για τον Μπόρχες - Δημήτρης Καλοκύρης